ΝΑΤΟ και Επιτροπή Αμυντικής Μεταρρύθμισης: συνεταίροι στην πρόοδο

06/02/2006

Το φθινόπωρο του 2005, τα νομοθετικά σώματα των δύο οντοτήτων της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης (Β-Ε) ενέκριναν μια ιστορική συμφωνία την οποία κατήρτισε η Επιτροπή Αμυντικής Μεταρρύθμισης. Με τη συμφωνία καταργείται η υποχρεωτική στράτευση, δημιουργείται ένα ενιαίο Υπουργείο Άμυνας σε πολιτειακό επίπεδο και καθιερώνεται ένας επαγγελματικός στρατός προσαρμοσμένος στις ανάγκες της Β-Ε, στις ανάγκες ασφάλειας της περιοχής και τις προϋποθέσεις ένταξης στη διεθνή στρατιωτική κοινότητα. Η συμφωνία, που αποτελεί βήμα-κλειδί στην ενταξιακή πορεία της Β-Ε στις Ευρω-Ατλαντικές δομές, εκφράζει και τη δέσμευση του ΝΑΤΟ, εδώ και μια δεκαετία, για τη διασφάλιση ενός σταθερού μέλλοντος για τους πολίτες της Βοσνίας.

Του Ντέρεκ Τσάπελ, Εκπροσώπου, Αρχηγείο του ΝΑΤΟ στο Σεράγεβο – 06/02/06

photo

Σε μια μεταπολεμική χώρα όπως η Βοσνία και Ερζεγοβίνη (Β-Ε), η δυσκολότερη πρόκληση είναι η αλλαγή στην εστίαση της προσοχής του κοινού από το παρελθόν στο παρόν και, τελικά, στο μέλλον.

Το πότε θα γίνει η αλλαγή αυτή εξαρτάται από τους ανθρώπους της Β-Ε και επηρεάζεται από τις εντολές τους για σταθερότητα, ασφάλεια, ευκαιρίες και πρόοδο που τους προσφέρει η κοινωνία τους, το αίσθημα της εθνικότητάς τους και ένα κοινό μέλλον.

Οι διεθνείς οργανισμοί όπως το ΝΑΤΟ δεν μπορούν να επιβάλλουν το αίσθημα της εθνικότητας στη Β-Ε. Ο ρόλος του ΝΑΤΟ ήταν να προάγει τις συνθήκες στις οποίες τέτοια αισθήματα και αντιλήψεις μπορούν να εκδηλωθούν και να εκφραστούν στην κοινωνία. Η πρόθεση του ΝΑΤΟ ήταν να υπηρετήσει ως καταλύτης αλλαγών που παρακάμπτουν την ανάγκη της συνεχόμενης παρουσίας του στη Β-Ε.

Η αποστολή αυτή απαιτεί ευαισθησία στην αλλαγή των συνθηκών και απαιτεί η εντολή του ΝΑΤΟ και οι αρμοδιότητές του να εξελίσσονται παράλληλα με τις αλλαγές.

Μια εξελισσόμενη παρουσία

Το ΝΑΤΟ έχει δεκαετή παρουσία στη Β-Ε. Κατά το διάστημα αυτό, η αποστολή και η εστίαση του ΝΑΤΟ μεταβαλλόταν καθώς μεταβαλλόταν και η ίδια η χώρα. Η εστίασή του τώρα είναι στο μέλλον – στην οικοδόμηση ενός έθνους μέσω της σύστασης ενός ενιαίου στρατού, σε πολιτειακό επίπεδο, υπό πολιτικό έλεγχο.

Η νατοϊκή Δύναμη Υλοποίησης (IFOR), η οποία συστάθηκε στη Β-Ε το 1995, είχε ως έργο το διαχωρισμό των συγκρουόμενων παρατάξεων και τη δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί η ειρηνευτική συμφωνία.

Όταν, ένα χρόνο μετά, η IFOR εξελίχθηκε σε Δύναμη Σταθεροποίησης (SFOR), η νέα αποστολή του ΝΑΤΟ διαφοροποιήθηκε για την αποτροπή των εχθροπραξιών, τη σταθεροποίηση της ειρήνης και τη συμβολή στην προβολή ενός ασφαλούς περιβάλλοντος. Η αλλαγή αυτή αναγνώριζε ότι μεταβαλλόταν και ο ρόλος του ΝΑΤΟ από μια ανησυχία με τις άμεσες ανάγκες ασφαλείας και αποτροπής στην ενεργό συμμετοχή στην οικοδόμηση μιας πολιτικής κοινωνίας

Η τελετή Μεταβίβασης της Εξουσίας στις 2 Δεκεμβρίου 2004, με την οποία δινόταν αίσιο τέλος στην αποστολή της νατοϊκής Δύναμης Σταθεροποίησης και δημιουργούταν το νέο Στρατηγείο του ΝΑΤΟ στο Σεράγεβο, ήταν και σε αναγνώριση μιας άλλης μετάβασης – αυτής από την επιτυχή αντιμετώπιση των προκλήσεων της μεταπολεμικής σταθεροποίησης στην προαγωγή της οικοδόμησης του έθνους και της ένταξης της Β-Ε στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Οικοδόμηση εθνικής επάρκειας

Μολονότι το ΝΑΤΟ τώρα διατηρεί ένα χαμηλότερο προφίλ απ’ ότι πριν, οι αρμοδιότητές του είναι κρισιμότερες για το μέλλον της χώρας. Η κύρια εντολή του είναι η αμυντική μεταρρύθμιση, η οποία αποτελεί μια από τις βασικές προϋποθέσεις της προϋποθέσεις για ένταξη στην Ευρώπη και στη Σύμπραξη για την Ειρήνη (PfP) και, τελικά, την πλήρη ένταξη στο ΝΑΤΟ.

Ο φορέας πραγματοποίησης της αλλαγής αυτής ήταν η Επιτροπή Αμυντικής Μεταρρύθμισης (DRC), η οποία από το 2005 συμπροεδρεύεται από το ΝΑΤΟ.

Ο Ύπατος Εκπρόσωπος Πάντι Άσνταουν προέβη στη σύσταση της DRC το Μάιο του 2003, με έργο της την κατάρτιση των νομικών και συνταγματικών αλλαγών που θα καθιστούσαν την Β-Ε αξιόπιστο υποψήφιο εταίρο στο πρόγραμμα Σύμπραξη για την Ειρήνη.

Τα 12 μέλη και οι τέσσερις παρατηρητές της Επιτροπής εντάξανε για πρώτη φορά κάτω από μία ενιαία εντολή το πλήρες φάσμα των τοπικών αξιωματούχων και διεθνών οργανισμών που μετέχουν στην ασφάλεια της Β-Ε και εστίαζε το έργο τους σε ένα συγκεκριμένο σύνολο θεσμικών μεταρρυθμίσεων.

Στις βασικές μεταρρυθμίσεις συγκαταλέγονταν η δημιουργία μιας πολιτειακής δομής πολιτικής διοίκησης και ελέγχουμε ένα Υπουργείο Άμυνας, σε πολιτειακό επίπεδο, ο δημοκρατικός κοινοβουλευτικός έλεγχος και εποπτεία, η διαφάνεια στον αμυντικό προγραμματισμό και προϋπολογισμό καθώς και ένα κοινό δόγμα και πρότυπα εκπαίδευσης και εξοπλισμού. Οι προβλέψεις αυτές καθόριζαν τον προσανατολισμό που δόθηκε στην DRC το 2003.

Ο στρατός της Β-Ε βασιζόταν ως τώρα σε ένα ξεπερασμένο σύστημα στρατολόγησης το οποίο είχε κληρονομήσει από την Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, βάσει του οποίου στρατολογούνταν ένας ετήσιος αριθμός 12.400 ανδρών από την Ομοσπονδία Β-Ε και τη Δημοκρατία της Σέρπσκα, οι οποίοι, μετά από δίμηνη εκπαίδευση, χρησιμοποιούνταν κυρίως ως εργατικό δυναμικό ή ως φύλακες. Με την ολοκλήρωση τεσσάρων μηνών στο στρατό, οι στρατεύσιμοι επέστρεφαν στην πολιτική ζωή ως μέλη μιας εφεδρικής δύναμης 60.000 ανδρών. Πέρα από τους πρώτους δύο μήνες, οι εφεδρείες αυτές δεν είχαν ποτέ καμιά άλλη στρατιωτική εκπαίδευση.

Οι στρατεύσιμοι λάβαιναν μόνο την πλέον βασική στρατιωτική εκπαίδευση. Οι συνθήκες διαβίωσης και εργασίας ήταν υποτυπώδεις λόγω των σοβαρών οικονομικών περιορισμών. Το σύστημα δεν παρήγε μια εκπαιδευμένη στρατιωτική δύναμη και, μέσω της συνεχούς ροής νεοσύλλεκτων, το μέγεθος της εφεδρικής δύναμης είχε σύντομα ξεπεράσει την εγκεκριμένη δύναμη ανδρών.

Οι δαπάνες του απηρχαιωμένου αυτού συστήματος ήσαν τεράστιες. Στη Β-Ε, οι δαπάνες των στρατεύσιμων και εφεδρικών δυνάμεων ανέρχονταν στα 46 εκατ. ΚΜ, ενώ στη δημοκρατία της Σέρπσκα στα 15 εκατ. ΚΜ, ή στο 22 τοις εκατό του αμυντικού προϋπολογισμού της οντότητας.

Οι δαπάνες αυτές δεν παρείχαν μια αποτελεσματική αμυντική δύναμη, δεν ανταποκρινόταν στις ανάγκες της Β-Ε και εξασθένιζαν το στράτευμα εκτρέποντας κονδύλια από τις απαραίτητες βελτιώσεις στον εξοπλισμό, εκπαίδευση και συνθήκες διαβίωσης.

Από άποψη διοίκησης και ελέγχου, ήταν φανερός ο διπλασιασμός και η ασυμβατότητα των δύο αμυντικών σωμάτων της οντότητας, που λειτουργούσαν στην επικράτεια ενός ενιαίου έθνους. Οι προτάσεις της DRC το 2003 οδήγησαν στη δημιουργία δύο ιεραρχιών διοίκησης – διοικητικής και επιχειρησιακής – που και οι δύο κατέληγαν στην προεδρία και το πολιτειακό Υπουργείο Άμυνας που είχε εκτελεστική αρμοδιότητα. Η καθημερινή λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων, ωστόσο, εξακολουθούσε να υφίσταται στο επίπεδο της οντότητας.

Η εξουσία του κράτους περιοριζόταν στον καθορισμό των κριτηρίων και έως τα τέλη του 2004 κατέστη φανερό ότι υπήρχαν αντιδράσεις και σε αυτό. Σε συνδυασμό με ενδείξεις ότι στοιχεία των επιχειρησιακών και διοικητικών ιεραρχιών διοίκησης δεν ήσαν πλήρως υπό τον έλεγχο του κράτους ή της οντότητας, ανατέθηκε στην DRC η εντολή μεταβίβασης των λοιπών αμυντικών δυνατοτήτων των οντοτήτων στο κράτος και την πλήρη κατάργηση των αμυντικών θεσμών των οντοτήτων.

Πορεία προς τα μπρος

Η συμφωνία που κατήρτισε η DRC και εγκρίθηκε από τα κοινοβούλια και των δύο οντοτήτων το φθινόπωρο του 2005 είναι ιστορικό επίτευγμα. Η νομοθεσία δίνει τέλος στην υποχρεωτική στράτευση, δημιουργεί ένα ενιαίο Υπουργείο Άμυνας σε πολιτειακό επίπεδο και καθιερώνει μια επαγγελματική στρατιωτική δύναμη προσαρμοσμένη στις ανάγκες της Β-Ε, τις ανάγκες ασφαλείας της περιοχής και τις προϋποθέσεις ένταξης στη διεθνή αμυντική κοινότητα.

Το αναποτελεσματικό σύστημα της υποχρεωτικής στράτευσης τερματίστηκε την 1η Ιανουαρίου του 2006, όπως και τα υπουργεία άμυνας των οντοτήτων. Οι νέες Ένοπλες Δυνάμεις της Β-Ε θα αποτελούνται αποκλειστικά από επαγγελματίες. Η αναποτελεσματική εφεδρική δύναμη των 60.000 ανδρών που κι αυτή καταργήθηκε την 1η Ιανουαρίου του 2006 αντικαθίσταται από μια νέα δύναμη Ενεργούς Εφεδρείας που επανδρώνεται με επαγγελματίες οι οποίοι εκπλήρωσαν την στρατιωτική τους θητεία. Το μέγεθός της θα περιορίζεται στο ήμισυ της ενεργούς δύναμης.

Οι νέες ένοπλες δυνάμεις θα αποτελούνται από προσωπικό 10.000, οργανωμένων σε συντάγματα που θα διατηρούν τις προσήκουσες στρατιωτικές παραδόσεις και κληρονομιά του προηγούμενου στρατού των οντοτήτων. Θα υπάρχουν τρία συντάγματα πεζικού, με μικρότερες υποδιαιρέσεις που θα είναι οργανωμένες ως ενιαία συντάγματα. Το καθένα από τα συντάγματα πεζικού θα παρέχει ένα τάγμα στην καθεμιά από τις τρεις ταξιαρχίες πεζικού των Ενόπλων Δυνάμεων της Β-Ε ώστε η κάθε ταξιαρχία να αποτελείται από τρία τάγματα, ένα από το κάθε σύνταγμα. Το γεγονός αυτό είναι μια μεγάλη καινοτομία για τις Ένοπλες Δυνάμεις της Β-Ε οι οποίες πριν ήταν οργανωμένες κυρίως βάσει των εκλογέων.

Ο κρατικός έλεγχος εξασφαλίζεται μέσω μιας ενιαίας διοίκησης η οποία απορρέει από την Προεδρία της Β-Ε, μεταβιβάζεται στο Υπουργείο Άμυνας, κατόπιν στο Γενικό Επιτελείο και τους Διοικητές των Διοικήσεων Επιχειρήσεων και Υποστήριξης. Την 1η Ιανουαρίου του 2006, τέθηκε σε ισχύ ένας ενιαίος κρατικός αμυντικός προϋπολογισμός. Μέχρι τις 7 Ιουλίου του 2007, θα έχει ολοκληρωθεί η εγκατάσταση του αρχηγείου της νέας ταξιαρχίας, ενώ μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του 2007 θα έχει ολοκληρωθεί η αναδιοργάνωση.

Η εκπαίδευση, οργάνωση και εξοπλισμός των νέων Ένοπλων Δυνάμεων της Β-Ε θα γίνεται πάνω στα πρότυπα του ΝΑΤΟ. Θα είναι συγκροτημένες έτσι ώστε να λαβαίνουν μέρος σε συλλογικές αποστολές ασφαλείας στο εξωτερικό, να συμμετέχουν σε Επιχειρήσεις Στήριξης της Ειρήνης και να στηρίζουν τις πολιτικές αρχές στην αντιμετώπιση φυσικών ή ανθρωπογενών καταστροφών.

Με την ενιαία δομή υπό πολιτικό έλεγχο, οι ένοπλες δυνάμεις θα καταστούν πηγή σταθερότητας και εμπιστοσύνης του λαού.

Πολιτικό προηγούμενο

Το παράδειγμα που θέτει η διαδικασία αμυντικής μεταρρύθμισης είναι εξίσου σημαντικό όσο και οι ίδιες οι μεταρρυθμίσεις. Σε συνεργασία με τους τοπικούς ηγέτες και θεσμούς, επιτεύχθηκε μια ιστορική συναίνεση η οποία θέτει τα συμφέροντα του κράτους πάνω από τα περιορισμένα πολιτικά συμφέροντα. Η μετριόφρων και προοδευτική πολιτική ηγεσία της Β-Ε και οι φωνές της λογικής και του επαγγελματισμού υπερίσχυσαν των διχαστικών ιστορικών εμπειριών και συναισθημάτων. Οι νέες Ένοπλες Δυνάμεις της Β-Ε θα υποστηρίζουν την ασφάλεια του κράτους και θα διασφαλίζουν την ασφάλεια της περιοχής μέσω ένταξης στις Ευρω-Ατλαντικές δομές.

Το ΝΑΤΟ χαίρεται τόσο για τον καταλυτικό του ρόλο όσο και για τις διευκολύνσεις που βοηθούν τη Β-Ε να προχωρήσει πέρα από τη συμφωνία του Ντέιτον, από τη σταθεροποίηση στην ένταξη και από τις διχόνοιες της ιστορίας στις ευκαιρίες του μέλλοντος.

Το παρών περιεχόμενο ανατέθηκε για τους SETimes.com
Loading

Τι πιστεύετε γι’ αυτό το άρθρο;

icon12345icon

Σημερινά Άρθρα

Loading

Σχετικά Δημοσιεύματα

Loading