31/01/2005
Τα υπέρ και τα κατά των υπεργολαβιών σε ξένες και σε παράκτιες εταιρείες έχουν καταστεί αντικείμενο έντονου διαλόγου σε πολλές χώρες. Πολλοί οικονομολόγοι πιστεύουν ότι ένας συνδυασμός παραγόντων – μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τα υψηλά επίπεδα εκπαίδευσης, οι χαμηλοί τοπικοί μισθοί και η καλή διακυβέρνηση – είναι απαραίτητος για να επωφεληθούν πλήρως οι χώρες από τα πλεονεκτήματα της παγκόσμιας οικονομίας. Οι χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι καλά τοποθετημένες από άποψη δεξιοτήτων και μισθών, αλλά θα χρειαστούν συνετές δημόσιες πολιτικές για να αποκομίσουν τα οφέλη από την ανάθεση υπεργολαβιών σε ξένες εταιρείες εντός της Ευρώπης, ισχυρίζεται ο οικονομολόγος και πρώην υπουργός Οικονομικών της Ρουμανίας Ντανιέλ Νταϊάνου.
Του Ντανιέλ Νταϊάνου για τους Southeast European Times, Βουκουρέστι -- 31/01/05
![]() ΥΠΟΤΙΤΛΟΣ |
Τα τελευταία χρόνια στάθηκαν μάρτυρες μιας αυξημένης ανησυχίας στις προηγμένες χώρες για την επίδραση του παγκόσμιου εμπορίου στις οικονομίες τους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, κορυφαίοι πολιτικοί και των δύο μεγάλων κομμάτων έχουν αντιταχθεί σε αυτό που θεωρούν ως απώλεια θέσεων εργασίας συνεπεία ανάθεσης υπεργολαβιών σε ξένες και σε παράκτιες εταιρείες. Οι ανησυχίες οξύνονται περισσότερο στη Δυτική Ευρώπη. Αριθμός Γάλλων και Γερμανών υπουργών εξέφρασαν δημόσια την ανησυχία τους για τις μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων. Ο πρώην Γάλλος υπουργός Οικονομικών Νίκολας Σαρκοζύ και ο Γερμανός υπουργός Οικονομίας Γούλφγκαγκ Κλέμεντ υπήρξαν ιδιαίτερα εκφραστικοί. Δεν δίστασαν δε να επικρίνουν τις νέες χώρες μέλη της ΕΕ για δήθεν αθέμιτο ανταγωνισμό μέσω χαμηλότερων φόρων. Πώς γίνεται οι προηγμένες οικονομίες, που παραδοσιακά υπήρξαν πιστοί υποστηρικτές του ελεύθερου εμπορίου, να φαίνεται ότι επανεξετάζουν τη θέση τους;
Παραδοσιακά, η ηπιότερη πλευρά του παγκόσμιου ελεύθερου εμπορίου αποδίδεται στις επιπτώσεις που έχει σε χώρες οι οποίες δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν καλύτερα τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα, ή οι οποίες αντιμετωπίζουν δεινό προστατευτισμό από τις ευημερούσες οικονομίες σε ορισμένους τομείς – παραδείγματος χάριν, γεωργικά προϊόντα. Σε γενικές γραμμές, οι οικονομίες αυτές βρίσκονται στις αναπτυσσόμενες χώρες του κόσμου, όπου η κακοδιαχείριση και η αδυναμία απορρόφησης νέων τεχνολογιών είναι ευρεία διαδομένες. Αυτή η κατάσταση πραγμάτων οδήγησε τον κορυφαίο οικονομολόγο του Χάρβαρντ Ντάνι Ρόντρικ να παρατηρήσει ότι το ελεύθερο εμπόριο δεν βελτιώνει απαραίτητα την ευημερία των φτωχών οικονομιών.
![]() Το ελεύθερο εμπόριο αγροτικών μηχανημάτων και προϊόντων δεν ωφελεί όλες τις χώρες. [AFP] |
Οι λόγοι γι’ αυτή την προφανή μερική αλλαγή στάσης στη δημόσια ρητορική των πλούσιων χωρών είναι θεωρητικοί και ρεαλιστικοί. Από οικονομικής άποψης, τα επιχειρήματα που τονίζουν τις αρετές του ελεύθερου εμπορίου αποτελούν τη βάση ορθολογισμού των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των χωρών, μολαταύτα η επιχειρηματολογία αυτή χάνει από την πειθώ και την απήχησή της όταν η ανακατανομή των κερδών είναι κατά μέγα μέρος ασυμμετρική και υπερισχύουν τα δυναμικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Προ ετών, οι Πωλ Κρούγκμαν και Χέρσελ Γκρόσμαν έγραψαν γόνιμα άρθρα περί «στρατηγικού εμπορίου» όπως το απεκάλεσαν. Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η οικονομική άνοδος των ασιατικών οικονομιών (με πιο εντυπωσιακή αυτή της Κίνας κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες) θα πρέπει να ειδωθεί μέσω τέτοιων φίλτρων πολιτικής – ήτοι, μέσω της πολιτικής στρατηγικού εμπορίου που ενσωματώθηκε σε ένα είδος βιομηχανικής πολιτικής που εστιάζεται στην ανάπτυξη με χρήση των δυνάμεων της αγοράς με έναν έξυπνο τρόπο.
Τις μέρες μας, οι νέες τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών δημιουργούν μεγάλες ευκαιρίες για τις αναπτυσσόμενες χώρες προς όφελος, ιδιαίτερα, των μορφωμένων στρωμάτων. Και πάλι, οι ασιατικές χώρες τα καταφέρνουν αρκετά καλά από την άποψη αυτή. Η «απελευθέρωση της Ινδίας» κατά την τελευταία δεκαετία είναι αποτέλεσμα αλλαγών που απέβλεπαν στην αγορά, που έλαβαν χώρα σε μια τεράστια δεξαμενή αγγλόφωνων μηχανικών και ειδικών υπολογιστών / λογισμικού. Παράλληλα, μερικά μόνο μέρη της Ινδίας βιώνουν ταχεία οικονομική πρόοδο, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της χώρας βρίσκεται στο τέλμα άθλιας φτώχειας.
Αυτό που έχει σημασία στο παγκόσμιο οικονομικό παιχνίδι είναι η ύπαρξη σημαντικών μισθολογικών διαφορών μεταξύ χωρών και περιοχών. Αυτός είναι ο παράγων που κατευθύνει την βιομηχανική μετεγκατάσταση καθώς οι διεθνείς επιχειρήσεις μεταφέρουν τη λειτουργία τους σε περιοχές οι οποίες συνδυάζουν χαμηλό εργατικό κόστος με επαρκείς τεχνολογίες. Η ένταση της διαδικασίας αυτής εξαρτάται τόσο από τις μισθολογικές διαφορές όσο και από την ποιότητα άλλων συντελεστών παραγωγής. Κορυφαίοι οικονομολόγοι του δεσπόζοντος εμπορίου, όπως ο Τζάγκντις Μπαγκουάτι, ισχυρίζονται ότι οι προηγμένες οικονομίες δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα εφόσον εξειδικεύονται όλο και περισσότερο σε προϊόντα και υπηρεσίες που προσθέτουν αξία και συνεπώς όλες οι χώρες θα είναι καλύτερα στο τέλος. Την επιχειρηματολογία αυτή, ωστόσο, την αντέκρουσε πρόσφατα ο Πωλ Σάμιουελσον του ΜΙΤ. Σε άρθρο του στο Journal of Economics Perspectives προτείνει ότι «μερικές φορές τα κέρδη παραγωγικότητας σε μια χώρα μπορεί να ωφελήσουν μόνο τη χώρα αυτή, ενώ βλάπτουν μονίμως την άλλη χώρα περιορίζοντας τα κέρδη από το εμπόριο που μπορεί να υπάρξουν μεταξύ των δύο χωρών». Ο Σάμιουελσον ισχυρίζεται ακόμα ότι «οι μετά το 2000 αναθέσεις υπεργολαβιών σε ξένες επιχειρήσεις είναι ακριβώς όπως θα έπρεπε να είχαν προβλεφτεί από το 1950» καθόσον είναι αποτέλεσμα άλλων οικονομιών ανά τον κόσμο οι οποίες αφομοιώνουν προηγμένες τεχνολογίες και μικρύνουν τη διαφορά από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Σε ένα υπόβαθρο νέων τεχνολογιών πληροφοριών και επικοινωνιών και παγκόσμιων μισθολογικών διαφορών, οι μεγάλες μεταβολές στην ανακατανομή βιομηχανικών δραστηριοτήτων και υπηρεσιών είναι πιθανώς αναπόφευκτες. Επιπλέον, μερικές κορυφαίες βιομηχανικές οικονομίες δεν φαίνεται να συμβαδίζουν επαρκώς με τη διαδικασία αυτή από άποψη αναδιάρθρωσης. Η καθυστέρηση βλάπτει μερικούς από τους εργασιακούς τους τομείς και θέτει πιέσεις στους πραγματικούς μισθούς. Σαν αποτέλεσμα, αναπτύσσεται ανησυχία για τις αναθέσεις υπεργολαβιών σε ξένες και σε παράκτιες εταιρείες. Μπορεί εύκολα να αντιληφθεί κάποιος γιατί υπάρχει μια τέτοια ανησυχία στην Δυτική Ευρώπη, όπου οι μισθοί ανέρχονται στο πολλαπλάσιο αυτού που κερδίζουν οι μορφωμένοι εργαζόμενοι της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης. Αν και τίθεται σε παγκόσμιους παρά σε ευρωπαϊκούς όρους, η Ατζέντα της Λισσαβόνας υπήρξε προϊόν αυτού του φόβου. Οι μεγάλες χώρες μέλη της ΕΕ ανησυχούν κυρίως για την οικονομία της Ασίας και των ΗΠΑ και θεωρούν την Ατζέντα της Λισσαβόνας ως μια απάντηση ανταγωνιστικής πολιτικής.
![]() Ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Νίκολας Σαρκοζύ επικρίνει τα νέα κράτη μέλη της ΕΕ ότι δήθεν εφαρμόζουν αθέμιτο ανταγωνισμό μέσω χαμηλότερων φόρων. [AFP] |
Ο φόβος από τις αναθέσεις υπεργολαβιών σε ξένες και σε παράκτιες εταιρείες θεωρείται ανάλογος με τη μεγάλη κρίση που αποδίδεται στους μετασχηματισμούς της τελευταίας δεκαετίας στις μετα-κομμουνιστικές οικονομίες. Οι οικονομίες αυτές βίωσαν μια δραματική πτώση παραγωγής λόγω του ότι η μετεγκατάσταση πόρων – στις νέες εκκαθαριστικές τιμές της αγοράς – δεν έγινε αρκετά γρήγορα. Παρόμοια προβλήματα εντοπίζονται σήμερα και μεταξύ ορισμένων ομάδων εργαζομένων πλούσιων οικονομιών που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν στη νέα παγκόσμια οικονομία, ενώ οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αντιδρούν κατά τον ένα ή άλλο τρόπο. Τα προστατευτικά μέτρα σε διάφορες χώρες περιπλέκουν περαιτέρω την κατάσταση.
Η αλήθεια είναι ότι οι χώρες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, σημαντικό επίπεδο επένδυσης στην παιδεία και δημόσιες πολιτικές που βλέπουν μπροστά είναι πιθανότερο να απολαύσουν τα οφέλη της τεχνολογικής διάχυσης σε παγκόσμια κλίμακα. Καθότι οι χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης έχουν συγκριτικά μορφωμένο πληθυσμό και χαμηλούς μισθούς, αναμένεται να ωφεληθούν περισσότερο από αναθέσεις υπεργολαβιών σε ξένες εταιρείες στην Ευρώπη. Ωστόσο, θα χρειαστούν έξυπνες δημόσιες πολιτικές για να επωφεληθούν καλύτερα της ευκαιρίας αυτής.