07/02/2008
Η κυβέρνηση της πΓΔΜ επιδιώκει να οικειοποιηθεί με εμπορικό σήμα το αϊβάρ, δημοφιλές προϊόν της περιοχής.
Του Ζόραν Νικολόβσκι για τους Southeast European Times στα Σκόπια - 07/02/08
Το αϊβάρ αποτελεί δημοφιλές πατέ της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, τα συστατικά του περιλαμβάνουν κόκκινες πιπεριές και μελιτζάνα, ενώ διαφέρει ελαφρώς από περιοχή σε περιοχή και φτιάχνεται συνήθως το φθινόπωρο. Αν και μπορεί να βρεθεί σε πολλές χώρες, η κυβέρνηση της πΓΔΜ προσπαθεί να οικειοποιηθεί το προϊόν με εμπορικό σήμα, υπό το όνομα "Μακεδονικό Αϊβάρ".
Σε περίπτωση που εκχωρηθεί εμπορικό σήμα από το Ινστιτούτο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, το όνομα του προϊόντος θα προστατεύεται ως συγκεκριμένης γεωγραφικής προέλευσης. Η πΓΔΜ θα μπορεί στη συνέχεια να αιτηθεί διεθνή προστασία μέσω διμερών συμφωνιών με χώρες εισαγωγής, σύμφωνα με το υπουργείο Γεωργίας.
Ωστόσο, το Ινστιτούτο αναφέρει ότι μια εταιρεία της Σλοβενίας έχει ήδη επιχειρήσει να πατεντάρει το προϊόν στη Γερμανία. Η προσπάθεια απέτυχε, καθώς το αϊβάρ θεωρήθηκε γενικό όνομα ενός πατέ και συνεπώς δεν υπόκειται σε προστασία εμπορικού σήματος ως ιδιοκτησία συγκεκριμένης χώρας.
Παρ' όλα αυτά, τα Σκόπια συνεχίζουν την προσπάθεια. "Η κυβέρνηση της πΓΔΜ προσπαθεί να καταστήσει το αϊβάρ παγκόσμια αναγνωρισμένο προϊόν," ανέφερε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Τύπου Ίβιτσα Μποτσέβσκι. "Η εκχώρηση εμπορικού σήματος θα επιτρέψει προτυποποίηση της παραγωγής, με αναγραφή των συστατικών και του τρόπου παρασκευής στις ετικέτες. Αυτό, με τη σειρά του, θα εγγυηθεί την ποιότητα και την ανταγωνιστικότητα εντός της χώρας αλλά και στις παγκόσμιες αγορές".
Η κυβέρνηση συνέστησε ομάδα εργασίας η οποία θα συντάξει τυποποιημένα πρωτόκολλα για τα συστατικά, τη συνταγή και την παρασκευή. Οι παρασκευαστές θα πρέπει να συμμορφώνονται με αυστηρούς κανόνες και να αποστέλλουν ετησίως δείγματα για σκοπούς ποιοτικού ελέγχου στη Σχολή Τεχνολογίας και Μεταλλουργίας.
Οι αρχές της πΓΔΜ παραδέχονται ότι το αϊβάρ παράγεται σε αρκετές χώρες με διαφορετικά ονόματα. Ωστόσο, στην περίπτωση του "Μακεδονικού Αϊβάρ", υποστηρίζουν ότι επιδιώκουν προστασία για μια παραδοσιακή, τοπική ποικιλία, η οποία πιστοποιείται ποιοτικά από κρατικούς θεσμούς.